Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο


Αόρατος | του Γιάννη Χατζημανώλη

Αόρατος | του Γιάννη Χατζημανώλη

Η λογοτεχνική στήλη του ThessalonikiLife σας προσφέρει ένα ακομη ανάγνωσμα | Αόρατος από τον Γιάννη Χατζημανώλη
από xper
δημοσιεύτηκε29 December, 2020
ΧΩΡΙΣσχόλια

Μια σειρά αναγνωσμάτων...ποιημάτων,χρονογραφημάτων,διηγημάτων έρχεται να μας ταξιδέψει τις γιορτινές ημέρες και νύχτες που έρχονται , μέσα στο σπίτι μας !Συνεχίζουμε τη νέα μας στήλη με ένα ακομη ανάγνωσμα,αυτή τη φορά  | Ο Γιάννης Χατζημανώλης μας εύχεται  για τις γιορτές με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, στο νέο διήγημά του "Αόρατος" .

κ

 

Αόρατος.

του Γιάννη Χατζημανώλη*

Ακούει , άραγε, κανείς, πώς σπαράζουν οι μονάχοι ; Πώς στριγκλίζουν οι σιωπηλοί , σαν Κέρβεροι ;  

Τρομάζω τόσο που απαντώ θετικά σε αυτήν την ερώτηση.

Σε ένα πάρκο, γυμνό από βλάστηση, ντυμένο με ψυχή, ποιος με κοίταζε που καθόμουν μόνος ;

Δειλά-δειλά τα μάτια μου τους έχαναν όλους , όπως πιθανότατα με έχασαν κι εκείνοι.

Απάνω σε ένα βράχο, κάτω από ένα δέντρο, εκεί καθόμουν.

Καθόμουν και κοιτούσα τον κόσμο να αδειάζει από τα μάτια μου.

Ένας τύπος , νεαρός στην ηλικία, ωραίο παλληκάρι, μα εμφανώς ξελογιασμένο, ήρθε κι έκατσε δίπλα μου, κάτω απ’ το δέντρο. Σε έναν διπλανό βράχο.

Δε με κοίταξε (ίσως δε με πρόσεξε ποτέ), μα εγώ τον είδα.  

Το πονεμένο βλέμμα του εστίαζε στο κενό, εκεί όπου κάποτε έβλεπα ανθρώπους, μα φάνηκε σαν, εκείνος, να τους βλέπει.

Προσπάθησα, ειλικρινά, να δω (μήπως και καταφέρω) τι του είχε τραβήξει τόσο την προσοχή.

 

-Τι ωραία κοπέλα, δε βρίσκεις ; Τον άκουσα να λέει.

Γύρισα προς το μέρος του να δω πού απευθύνεται, μα εκείνος εξακολουθούσε να κοιτάζει στον ορίζοντα, ευθεία.

 

Δεν είχα τι να χάσω κι έτσι απάντησα.

 

-Είναι , πράγματι.

 

-Κι εκείνα τα παιδιά , που παίζουν μπάσκετ ; Τι χαρούμενα που δείχνουν…

 

-Σαφώς, επιβεβαίωσα, λες κι έβλεπα.

 

-Κι εκείνοι οι δύο κύριοι , στο παγκάκι, φορώντας το παλτό τους, που καπνίζουν και τα λένε ! Επιβλητικές φυσιογνωμίες, μα τρυφερά πρόσωπα.

2 / 7

-Αλλοίμονο…

 

Τότε γύρισε προς το μέρος μου και είπε:

 

-Μακάρι να τα έβλεπες κι εσύ όλα αυτά…

 

Σηκώθηκε απ’ το βραχάκι που καθόταν, όσο εγώ τον κοίταξα σαστισμένος.

Δίχως να στραφεί προς το μέρος μου, μα σα να έπαιρνε μια γερή τζούρα απ’ όσα έβλεπε, για να τα χορτάσει, αναφώνησε:

 

-Αχ! Αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα.  

Μακάρι να μπορούσες να δεις.

 

Ένα ειρωνικό γέλιο με έπιασε.  

Κι εκείνος , είδα να χαμογελά, μα με παράπονο-σα να με λυπόταν.

Κοίταξα ξανά μπροστά, στο λιβάδι που φιλοξενούσε το πάρκο. Υπήρχαν έλατα τριγύρω, κούνιες κρεμασμένες απ’ τα κλαδιά τους, παγκάκια γεμάτα από φλούδες πασατέμπο και μανταρίνι στο σώμα τους, φώτα που σιγα-σιγα θα άναβαν.

 

Έβγαλε ψυχρά. Φόρεσα το φθαρμένο, ξεβαμμένο μου δερμάτινο και σηκώθηκα για να γυρίσω προς το σπίτι μου.

Είχα δρόμο μπροστά. Το σπίτι μου δεν ήταν καθόλου κοντά στο πάρκο, όμως τα πόδια μου αβίαστα εκεί με οδηγούσαν, κάθε φορά που έκλεινα την πόρτα του σπιτιού μου.

Ίσως , δεν παίρνω κι όρκο, μα ίσως εκεί που πας όταν δε σκέφτεσαι πού πηγαίνεις, εκεί ανήκεις.

Και αυτό το πάρκο, ο βράχος τούτος και το δέντρο με αγάπησαν. Το πάρκο με το όμορφο τοπίο και την ηδονή της σιωπής του, ο βράχος με την άτσαλη, αιχμηρή-μα ποτέ κίβδηλη!- αγάπη που προσέφερε και το δέντρο που μου άγγιζε τον ώμο με συμπόνια…τι άλλο θέλει ο άνθρωπος ;

Το στολισμένο δέντρο στο σπίτι έμοιαζε να γερνά , έδειχνε να μου μοιάζει. Τα φώτα του τρεμόπαιζαν, τα στολίδια του ξεβάψανε και το αστέρι στην κορυφή έγερνε σαν καμπουριασμένο.

Το τζάκι, δίπλα στην πολυθρόνα μου, όπου διάβαζα , δε ζέσταινε εδώ και πολύ καιρό-κι ας καθόμουν πλάι του όταν κρύωνα, δήθεν ότι δεν το’ ξερά.

3 / 7

Μα το’ ξερά…

Κι εκείνο το’ ξέρε.

Εκείνο όμως, σε αντίθεση με εμένα, δεν είχε τη διάθεση (ή και το κουράγιο) να με κοροϊδέψει.

Κι ας έκανα εγώ ότι ζεσταίνομαι κοντά του-αφαιρούσα μάλιστα κι όλα μου τα ρούχα , για να το καλοπιάσω.

Εκείνο σιωπούσε, δε μου μίλαγε.

«Ηλίθιε…» θα πει οποίος με ακούσει να μουρμουρίζω αυτές τις μπαρούφες «…τα τζάκια δε μιλούν, τι περιμένεις;».

Τα τζάκια δε μιλούν, όμως ακούνε.

Κι άλλοτε φουντώνουν, άλλοτε κοπάζουν.

Το δικό μου απλώς κουράστηκε να με βλέπει να νομίζω πως το αγαπώ.

Καμιά φορά έβλεπα να στάζει μια-δυο σταγόνες -μα τόσες είχε, όχι παραπάνω.

 

Σήκωσα το τηλέφωνο, έβαλα τα γυαλιά μου, πήρα στα χέρια μου την ατζέντα όπου σημείωνα επαφές. Πληκτρολόγησα στο τηλέφωνα τα νούμερα και το ακούμπησα στο αυτί μου.

Καλούσε…μια, δυο…

Το σήκωσαν.

-Παρακαλώ ; είπε η θηλυκή φωνή , ψυχρά πίσω απ’ το ακουστικό.

-Καλησπερα-δεν έχει σημασία το όνομά της- πώς είσαι ;  

-Καλά, ποιος είναι ; απάντησε η γυναίκα διατηρώντας την άχρωμη χροιά της.

 

Πολύ καλή ερώτηση. Ποιος είναι ; Δεν πρόλαβα να απαντήσω. Και δεν πρόλαβα όχι γιατί δίστασα ή προσβλήθηκα απ’ την αφιλόξενη φωνή που με ρωτούσε. Δεν απάντησα γιατί δεν περίμενα αυτήν την ερώτηση και με έβαλε σε πολύ περισσότερες σκέψεις απ’ ότι τους άλλους , που όταν την ακούν απαντούν «Γιώργος», «Κώστας», «Δημήτρης».

Η παύση μου έσυρε την επόμενη βεβιασμένη ερώτηση, που ούτε αυτή γνώριζα να την απαντήσω:

-Τι θέλετε ; 

Έλα ντε. Τι σε πήρα τώρα κι εσένα ;

4 / 7

Σε πήρα για παρηγοριά ; Ναι, νομίζω πως γι’ αυτό σε πήρα. Οι παιδικές φωνές πίσω της και μια αρσενική χροιά που ρώταγε «ποιος είναι;» με έκαναν να μετανιώσω πλήρως την ώρα και τη στιγμή που θέλησα να βρω συντροφιά σε ένα τηλεφώνημα πέρα για πέρα ανούσιο και ξεχασμένο.

-Πηρα να ευχηθώ Κάλα Χριστούγεννα, ψέλλισα και έκλεισα το τηλέφωνο ακαριαία.

 

Η ώρα περνούσε. Κόντευε Χριστούγεννα.  

Ούτε που ακούμπησα το στεγνό και άψητο κοτόπουλο που είχα για βραδινό-ούτε εκείνο μάλλον ήθελε να φαγωθεί από μένα. Πιθανότατα προτιμούσε να μπαγιατέψει και να σαπίσει στη γωνία του πια.  

Έκατσα στην πολυθρόνα μου , με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο χέρι και φιλούσα το νεκρό τζάκι με τον καπνό από ένα πούρο.  

Το ρολόι που ήταν ακουμπημένο στο ξεβαμμένο απ’ τα χρόνια έπιπλο , δίπλα στο τζάκι, είχε πολύ καιρό που δεν πήγαινε σωστά. Μα ποιος νοιάζεται ; Τουλάχιστον πήγαινε. Δε σταματούσε. Και μερικές φορές, σημασία δεν έχει αν πας σωστά. Μερικές φορές αρκεί να πας. Ίσως, αν αδιάκοπα συνεχίζεις, κάποια στιγμή να συγχρονιστείς. Ίσως πάλι, η ορθή πορεία να πειστεί απ’ το δικό σου βάδισμα και να παρατήσει το δικό της.

Άλλωστε, δε χρειαζόταν να κοιτάξω το ρολόι για να καταλάβω τι ώρα ήταν.

Η μικρή εγκοπή , στον πυθμένα του παράθυρο που δεν τον κάλυπτε το παντζούρι, έφεγγε τα σημάδια της νυχτιάς.

 

Μια αναμπουμπούλα, μια ξαφνική οργή , στραγγισμένη απ’ τα περασμένα του νου, φυτίλιασε τον νου μου με μια επαναλαμβανόμενη ερώτηση:

 

-Τι κάνω εγώ εδώ στο ερημόσπιτο ;

Μου λείπει ο βράχος μου, μου λείπει το δέντρο μου.

Δίχως να το πολυσκεφτώ-δεν είχα άλλωστε και κάποια εναλλακτική που να με εμπόδιζε- ξαναφόρεσα το κουραλιασμένο, δερμάτινο μπουφάν μου, τα μισοξυλωμένα παπούτσια μου και κίνησα να βρω τους «ανθρώπους» μου.

 

Ο δρόμος στολισμένος από μια εύθυμη βοή σε κάθε στενό μου προκαλούσε μια αναίτια ταχυκαρδία και δίψα να φτάσω στο πάρκο όσο το δυνατόν γρηγορότερα.  

Τα πόδια μου, δίχως να το καταλάβω επιτάχυναν και το κορμί ακολουθούσε αυτομάτως, ώσπου πλέον είχα ξεπεράσει τα όρια του γρήγορου βαδίσματος και τώρα πια έτρεχα.

Προσπερνούσα συνεχώς ζεύγη ανθρώπων, παρέες παιδιών, οικογένειες με καρότσια που έκαναν αργά, ατάραχα τη βόλτα τους, δίχως να έχουν την ανάγκη να φτάσουν κάπου, γιατί ήδη βρίσκονταν εκεί που εύχονταν να είναι. 

5 / 7

Αυτή και μόνο η σκέψη με έκανε να τρέχω σα μανιασμένος να φτάσω κι εγώ εκεί , εκεί όπου ως τότε σιχαινόμουν να ξέρω ότι πηγαίνω-μα τώρα πια όχι το είχα αποδεχτεί , μα το αποζητούσα σαν οξυγόνο.  

Έφτασα λαχανιασμένος στην κορυφή του πάρκου , στον βράχο μου, κάτω απ’ το δέντρο μου, που ήταν πάντοτε κενά, άδεια και μόνα. Δε θα μπορούσα να τα αφήσω μόνα. Κόντευε να αλλάξει η ημέρα, να πάει 12 το βράδυ και να σημάνουν Χριστούγεννα.  

Η μόνη διαφορά τώρα ήταν ότι το πάρκο, που το ατένιζα απ’ τον βράχο μου ολόκληρο σαν πέλαγο, είχε πλημμυρίσει κόσμο- σαν όλοι όσοι προσπέρασα να μαζεύονταν εκεί.

Μα εγώ καλά έκανα και έτρεξα-στη σκέψη και μόνο ότι ίσως έχανα τη θέση μου (ή ακόμη χειρότερα, στη σκέψη πως το δέντρο και ο βράχος μου θα με άλλαζαν με άλλον ).

Άραξα σαν πλοίο αποσυρμένο στον βράχο μου και είδα το λιβάδι του πάρκου να γεμίζει , τα παγκάκια να λυγίζουν απ’ όσους κάθονταν επάνω τους.  

Έπειτα από λίγο ξεκίνησαν τα πυροτεχνήματα. Ο ουρανός έλαμψε και η βραδιά βάφτηκε στα χρώματά τους.

Το τσούρμο των πιστών μαζεύτηκε πια στο πάρκο περιμένοντας να αλλάξει η μέρα και να γιορτάσουν τη γέννηση του Χριστού έξω, στη χειμωνιά, ντυμένοι ζεστά απ’ τα πανωφόρια και τη τα χέρια που τους έσφιγγαν.

Μισόκλεισα τα μυωπικά μου ματια για να εστιάσω στα πρόσωπά τους κι εκείνα με πρόδωσαν. Μου έδειχναν πρόσωπα οικεία και γνωστά, φάτσες χαρούμενες που μου προκαλούσαν ευτυχία.  

Μέχρι και τα μάτια μου αλλαξοπίστησαν και μου έδειχναν όλους τους.

Μα όλους.

Και τότε μουρμούρισα:

 

-Όλους τους έκανα κι όλοι με κάνανε. Ο καθένας από κάπου έρχεται να δεν είναι σίγουρο πως όλοι πηγαίνουν κάπου. Κάποιοι , στην προσπάθειά τους να ξαποστάσουν λιγάκι, να πάρουν μια ανάσα , βρίσκουν έναν βράχο κι έπειτα αρνούνται να τον αποχωριστούν. Κι όπως σταθμεύουν εκεί στον βράχο-Κιρκη τους, τα χρόνια περνούν και μόνο ο βράχος μένει ίδιος.

 

Πήγε 12. Ήρθαν Χριστούγεννα. Οι άνθρωποι άρχισαν να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται μεταξύ τους. Να ανταλλάσουν δώρα και χαμόγελα, ευχές και ευλογίες.  

Μια ρίγη συγκίνησης διαπέρασε το κορμί μου και χάιδεψε τα φύλλα της καρδιάς.  

Ένα αεράκι σφύριξε στο αυτί μου με μια γλυκιά συμπόνια «δε βαριέσαι ;» και χαμογέλασα στη θέα όλων όσων έβλεπα.

Μα ξαφνικά, μέσα από μια παρέα ποικίλλων ηλικιών, ηλικιωμένων, μεσηλίκων, εφήβων, παιδιών, μωρών, ξεπρόβαλλε εκείνος.  

Εκείνος ο νεαρός που είδα το δειλινό . 

6 / 7

Με αργό βήμα , δίχως να με κοιτάζει, δίχως να θέλει, με πλησίασε και ανέβηκε τον λόφο. Κούτσα-κούτσα, βήμα-βήμα, ώσπου έφτασε.

Φαινόταν βαθειά συγκινημένος, τα μάτια του ήταν υγρά και έδειχνε να τα πρώτα σημάδια κούρασης.

 

Έφτασε πλάι μου κι έγειρε στον δικό του βράχο.

 

-Τα βλέπεις ; με ρώτησε με αγωνία.

 

-Τα βλέπω , απάντησα μειλίχια.

 

-Ακόμα ; με ρώτησε με τρέμουλο στη φωνή.

 

-Για πάντα, του απάντησα το ίδιο ήρεμα.

 

Σηκώθηκε έντρομος. Το νεανικό του πρόσωπο γερνούσε μπροστά μου , ζάρωνε. Τα μάτια του άρχιζαν να κρέμονται , τα χείλη του ξεράθηκαν.

Ήταν οργισμένος.

 

-Ξέρεις ποιος είμαι ; μου φώναξε. Είμαι εσύ !

 

Και τότε χαμογέλασα.

Τον κοίταξα κατάματα, μέσα στις κόρες των ματιών του που μου γκρίνιαζαν σα να με ρώταγαν «γιατί».

Και έπειτα σηκώθηκα και στάθηκα εμπρός του.

Κι όταν του έπιασα τα χέρια του που γέρασαν και είχαν πια παγώσει, του ψιθύρισα στα χείλη:

 

-Να μην είσαι.

 

Και το παιδί ομόρφυνε. Το παιδί ξανάγινε όπως το απόγευμα. Μου χαμογέλασε κι εκείνο αποχαιρετώντας με και πήρε τον δρόμο της επιστροφής , μέσα τους ανθρώπους του.

Κι εγώ επέστρεψα στον βράχο μου.

7 / 7

Σιωπηλά.

Και περήφανα.

ν

 

    Γιάννης ΧατζημανώληςΓιάννης Χατζημανώλης είναι συγγραφέας , ποιητής, μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη, με σπουδές στη Φιλολογία και τη  λογοτεχνία.   

     Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, στις 13 Οκτώβρη του 2000 και έχει καταγωγή από την Αθήνα και τις Σέρρες .

     Η πρώτη επαφή του με τη λογοτεχνία ξεκινά από νεαρά ηλικία , όταν και πρωτοέγραψε παιδικές ιστοριες, όμως η ουσιώδης  ενασχόληση ξεκινά από τα 18, ηλικία που, μετά τον θάνατο του παππού του, σηματοδοτεί την έναρξη της ποιητικής του.

    Έχει στο ιστορικό του δύο ποιητικές συλλογές ανέκδοτες, η μία τυποποιημένη και διανεμημένη σε κοντινά πρόσωπα, τοπικά βιβλιοπωλεία και καθηγητές της φιλοσοφικής σχολής του ΑΠΘ , εγκεκριμένη από εκδοτικούς οίκους, με τίτλο «Ας θυμηθούμε…», με ποικιλία ποιητικών ειδών, μαύρης και ερωτικής ποίησης.

Μπορείτε να βρείτε απόσπασμα-δείγματα της στιχουργίας του στο προσωπικό του προφίλ στο instagram, υπό το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Jantoine