Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο


Η ιστορία της 9ης Μαΐου του 1936

Η ιστορία της 9ης Μαΐου του 1936

Η Ιστορία του Τάσου Τούση στην Θεσσαλονίκη του ‘36
από newsroom
δημοσιεύτηκε9 May, 2021
ΧΩΡΙΣσχόλια

Στις 9 Μαΐου του 1936 στις 10.30 το πρωί ο Τάσος Τούσης έπεσε νεκρός από σφαίρες στην διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Εγνατίας στην πόλη της Θεσσαλονίκης.

 

Από την προηγούμενη ημέρα ( 8 του Μάη ) ο Ιωάννης Μεταξάς είχε δώσει εντολή στις αστυνομικές αρχές να απαγορεύσουν την πορεία και τους διαδηλωτές από το να πλησιάσουν στο κέντρο διοίκησης της πόλης. Οι αστυνομικοί έστησαν πολυβόλα απέναντι από τα οδοφράγματα των εργατών, κάτι που τος προκάλεσε και οδήγησε στο να ξεκινήσουν σοβαρά επεισόδια.

 

 

Εκείνη την περίοδο κορυφώνονται οι διαδηλώσεις από τους καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης, μια μεγάλη απεργία και διαδήλωση πήρε μέρος το πρωινό της 9ης Μαΐου και κατέληξε με 12 νεκρούς, ένας εκ των οποίων ήταν και ο νεαρός Τάσος Τούσης.

 

1

 

Ο 27χρονος αυτοκινητιστής, σοφέρ, από το Ασβεστοχώρι ήταν ο 1ος πεσόντας στην διάρκεια της εργατικής διαδήλωσης.

 

2

 

Ενώ αρχικά δεν είχε σκοπό να συμμετάσχει στην διαδήλωση, άλλαξε πορεία και κατέβηκε στο κέντρο, καθώς συμμεριζόταν την οργή και τον θυμό των διαδηλωτών. Τα συνθήματα και το πάθος τους του έδιναν κίνητρο για να συνεχίσει, είναι εμψυχωτικά και ελπιδοφόρα για ένα καλύτερο μέλλον.

 

Λίγο πριν τις 10.30 διαδηλωτές έριξαν σπασμένα τούβλα κατά των Αρχών, με αποτέλεσμα οι ένστολοι να απαντήσουν με πυροβολισμούς στον αέρα για εκφοβισμό. Όμως τον πέτυχαν τον Τούση στο κρανίο και η σφαίρα τον διαπέρασε από το ένα αυτί στο άλλο, οι αστυνομικοί διέπραξαν ανθρωποκτονία.

 

Οι σύντροφοι του από το Κουμμουνιστικό Κόμμα ξεροκαταπίνουν και μαζεύονται γύρω του, αλλά είναι πια πολύ αργά. Οι φίλοι και απεργοί του αμέσως ξηλώνουν μια πόρτα και τοποθετούν επάνω την σορό του άτυχου θύματος.

 

3

 

Η μητέρα του, Κατίνα Τούση, εκείνο το πρωί, ενώ βγήκε από το σπίτι για να πάει να βρει τις δύο εργαζόμενες κόρες της και να τις ειδοποιήσει για τα γεγονότα στο κέντρο, είδε ένα σώμα πάνω στην πόρτα, στον αέρα, και μονάχα από τα μαλλιά και το τσουλούφι του κάνει κακιές σκέψεις και προχωρά διστακτικά. Τελικά τον αναγνωρίζει, πλέον σίγουρα, από τα χέρια του. Τρέχει και ουρλιάζει. Γονατίζει πάνω από τον γιο της και μοιρολογά για τον χαμό του, αδιαφορώντας για τους πυροβολισμούς γύρω της.

 

4

 

1

 

Η μάνα του δολοφονημένου καπνεργάτη Τάσου Τούση, θρηνεί πάνω απ’ το άψυχο σώμα του παιδιού της. Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη της 10/5/1936

 

Η φωτογραφία που απαθανάτισε την μητέρα του να τον θρηνεί μόνη κατά μεσής του δρόμου δημοσιεύθηκε στον Τύπο και αποτέλεσε έμπνευση για τον Γιάννη Ρίτσο και την συγγραφή της ποιητικής του συλλογής από 14 θρηνητικά ποιήματα “Ο Επιτάφιος”.

 

2

 

Απόσπασμα πρώτο από το ποίημα Ο Επιτάφιος ( http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/epitafios-i.htm )

 

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

 

Το 1957 ο Ρίτσος παρέδωσε την Ποιητική Συλλογή του στον Μίκη Θεοδωράκη στο Παρίσι. Εκεί ο συνθέτης περιμένοντας μέσα στο αυτοκίνητό του τη Μυρτώ διαβάζει τον «Επιτάφιο». Το αντίτυπο του το 'χε στείλει λίγες μέρες πριν ο Γιάννης Ρίτσος με την αφιέρωση «Το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά στα 1938 κάτω από τις στήλες του Ολυμπίου Διός». Μέχρι να γυρίσει η Μυρτώ, έχει ξεσπάσει μπόρα και με ανάλογη ορμή ο Μίκης έχει μελοποιήσει τα περισσότερα από τα είκοσι ποιήματα, δίνοντας μας τα άσματα «Μέρα Μαγιού», «Να ‘χα το αθάνατο νερό», «Που πέταξε το αγόρι μου», με την φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση.

 

 

1

 

Ο Γιάννης Ρίτσος και ο Μίκης Θεοδωράκης

 

 

Το 1975 η μία εκ των αδερφών του Τούση, η Μαρία Μπόχαλη Τούση, παρά τα προβλήματα όρασης που αντιμετώπιζε, έγραψε ένα γράμμα στον Ρίτσο, ο οποίος της απάντησε με ιδιαίτερα εξαιρετική συγκίνηση...

«Επιτρέψτε μου λοιπόν να σας θεωρώ αδελφή μου, όπως σαν αδελφό μου ένιωσα και τραγούδησα τον ήρωα και μάρτυρα αδελφό σας»

 

Στις 19 Ιουνίου 1988 στήθηκε μνημείο στο Ασβεστοχώρι, στον τόπο καταγωγής του Τάσου Τούση. Ένα γλυπτό από μπρούντζο και χαλκό, που στην πρόσοψη του είχε σκαλισμένα λόγια από τον “Επιτάφιο” του Γ. Ρίτσου

 

«ΓΛΥΚΕ ΜΟΥ ΕΣΥ ΔΕ ΧΑΘΗΚΕΣ

  ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΦΛΕΒΕΣ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ

  ΓΙΕ ΜΟΥ ΜΕΣΑ στις ΦΛΕΒΕΣ ΟΛΟΥΝΩΝ

  ΕΜΠΑ ΒΑΘΙΑ ΚΑΙ ΖΗΣΕ»

 

3

 

Το μνημείο βρίσκεται στο Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης, στην οδό 25ης Μαρτίου, η οποία είναι ο κεντρικός δρόμος προς την Εξοχή, όπου βρίσκεται το νοσοκομείο “Παπανικολάου”.

 

Η Ζωή και η Τέχνη λειτουργούν ως μια αλυσιδωτή αντίδραση. Εμπνέεται η μία από την άλλη. Όσο πιο τραγική είναι η Ζωή τόσο πιο όμορφη είναι η Τέχνη και αντίστροφα. Ο θάνατος ενός ανθρώπου ενέπνευσε έναν ποιητή, έπειτα έναν συνθέτη και αργότερα πολλούς καλλιτέχνες σε πολλούς τομείς της Τέχνης. Ο σπαραγμός μιας μάνας, μέσα από τον πόνο και την θλίψη, έγινε εμβληματική εικόνα που ενέπνευσε και εκείνη με την σειρά της την Τέχνη και τον Πολιτισμό της εποχής και τις επόμενες γενεές.